Μετάφραση του "vertrouwd" σε Ελληνικά

Οι εξοικειωμένος, γνώριμος, οικείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vertrouwd" σε Ελληνικά.

vertrouwd adjective particle γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξοικειωμένος

    masculine

    Een beoordelaar moet vertrouwd zijn met boterproducten en de vaardigheden hebben om een sensorische evaluatie uit te voeren.

    Ο δοκιμαστής πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τα προϊόντα βουτύρου και ικανός να διεξάγει οργανοληπτική κατάταξη.

  • γνώριμος

    adjective masculine

    Een blik waar ik vertrouwd mee ben toen wij nog slaven waren van Batiatus.

    Ένα βλέμμα με το οποίο είμαι γνώριμος, όταν ήμασταν σκλάβοι στου Μπατιάτους.

  • οικείος

    adjective masculine

    Je moet met die ham trouwen. Je wordt er meer vertrouwd mee.

    Θα παντρευτείς αυτό το ζαμπόν, γίνεσαι όλο και πιο οικείος μαζί του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φιλικός
    • αβλαβής
    • άκακος
    • ακίνδηνος
    • προσωπικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vertrouwd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vertrouwd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vertrouwd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη