Μετάφραση του "verwijfd" σε Ελληνικά

Το θηλυπρεπής είναι η μετάφραση του "verwijfd" σε Ελληνικά.

verwijfd particle γραμματική

Van een man: Eigenschappen hebbend die traditioneel met vrouwen in verband gebracht worden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θηλυπρεπής

    adjective masculine

    Ten eerste: Franklin, je bent niet meer de meest verwijfde cadet.

    Πρώτον, Φράνκλιν, δε θα είσαι πια ο πιο θηλυπρεπής δόκιμος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verwijfd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verwijfd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη