Μετάφραση του "voeding" σε Ελληνικά

Οι διατροφή, ενέργεια, θρέψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voeding" σε Ελληνικά.

voeding noun feminine γραμματική

voedsel [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διατροφή

    noun feminine

    De voeding van jonge zoogdieren moet gebaseerd zijn op natuurlijke melk, bij voorkeur moedermelk.

    Η διατροφή των νεαρών θηλαστικών πρέπει να βασίζεται στο φυσικό και κατά προτίμηση στο μητρικό γάλα.

  • ενέργεια

    noun feminine

    Deze proef wordt niet uitgevoerd voor voertuigen met uitsluitend elektrische voeding.

    Η δοκιμή αυτή δεν εκτελείται για τα οχήματα που λειτουργούν αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια.

  • θρέψη

    noun

    Dit weefsel verzamelt en steelt voeding van andere cellen, weefsels of organen.

    Αυτός ο ιστός πληθαίνει και κλέβει τη θρέψη από τ άλλα κύτταρα, ιστούς ή όργανα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Τροφοδοτικό
    • διατροφη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voeding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "voeding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voeding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη