Μετάφραση του "voet" σε Ελληνικά
Οι πόδι, πατούσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voet" σε Ελληνικά.
voet
noun
masculine
γραμματική
voortzetting van het been beneden de enkel [..]
-
πόδι
noun neutervoortzetting van het been beneden de enkel [..]
De meeste studenten gaan te voet naar school.
Οι περισσότεροι μαθητές πηγαίνουν με τα πόδια στο σχολείο.
-
πατούσα
nounHet deel van het menselijk lichaam onder de enkel dat gebruikt wordt om te staan en te lopen.
Ik dacht altijd dat een veruca een soort wrat onder je voet was.
Νόμιζα ότι η βερούκα είναι ένα είδος κρεατοελιάς που βγάζεις στην πατούσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " voet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "voet"
Φράσεις παρόμοιες με "voet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακαριαίος · αμέσως
-
πόδι
-
νόσος χεριών, ποδιών και στόματος
-
με τα πόδια · πεζή
-
ανυπόδετα · ανυπόδητος · ξυπόλητα · ξυπόλυτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη