Μετάφραση του "volk" σε Ελληνικά

Οι κόσμος, λαός, έθνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "volk" σε Ελληνικά.

volk noun neuter γραμματική

een groep mensen die een aantal dingen gemeenschappelijk hebben, zoals afstamming, taal, gewoontes of overlevering [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόσμος

    noun masculine

    Het volk zal eerder denken dat je mij onder druk zette.

    Ο κόσμος θα πιστέψει ότι με φόβισες και το έκανα.

  • λαός

    noun masculine

    veelheid van personen als geheel beschouwd

    De koninklijke familie toont zich altijd aan het volk na de paasviering.

    Η βασιλική οικογένεια παρουσιάζεται στο λαό μετά τη λειτουργία του Πάσχα.

  • έθνος

    noun neuter

    Is er voor een volk een grotere eer dan voor God te spreken?

    Η μεγαλύτερη τιμή για ένα έθνος, είναι τα λόγια του Θεού!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άνθρωποι
    • πληθυσμός
    • μάζες
    • Λάος
    • μάζα
    • χώρα
    • όχλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " volk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "volk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "volk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη