Μετάφραση του "voogd" σε Ελληνικά

Το κηδεμόνας είναι η μετάφραση του "voogd" σε Ελληνικά.

voogd noun masculine γραμματική

Iemand die als vervanger het ouderlijk gezag uitoefent [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κηδεμόνας

    noun common

    Persoon die wettelijk is aangesteld om voor een kind van een andere persoon te zorgen. [..]

    Ik ben Evie's voogd en advocaat van de familie.

    Είμαι ο κηδεμόνας της Ίβι και οικογενειακός δικηγόρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voogd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voogd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη