Μετάφραση του "vouwen" σε Ελληνικά
Οι διπλώνω, πτύσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vouwen" σε Ελληνικά.
vouwen
verb
noun
γραμματική
Een dun materiaal buigen (zoals papier) zodat het met zichzelf in contact komt.
-
διπλώνω
verbZolang ik maar niet hoef te vouwen, tillen of scheppen.
Αρκεί να μη χρειάζεται να διπλώνω, να σηκώνω ή να φτυαρίζω.
-
πτύσσω
Was vouwen in de Kingston pen.
Πτυσσόμενα πλυντήριο Η πένα στο Κίνγκστον.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vouwen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη