Μετάφραση του "vrij" σε Ελληνικά
Οι ελεύθερος, ανεμπόδιστος, απαλλαγμένος από είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vrij" σε Ελληνικά.
vrij
adjective
verb
adverb
γραμματική
ongebonden, niet in beweging beperkt [..]
-
ελεύθερος
adjective masculineελεύθερος από περιορισμούς ή ξενική κατοχή ή τυραννικό καθεστώς
Het staat hem echter vrij mijn advies al dan niet te volgen.
Ωστόσο είναι ελεύθερος να αποδεχθεί ή να αγνοήσει τη συμβουλή μου.
-
ανεμπόδιστος
adjective masculine -
απαλλαγμένος από
2 Deze mensen geloven dat de nieuwe wereld vrij zal zijn van oorlog, wreedheid, misdaad, onrecht en armoede.
2 Αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο νέος κόσμος θα είναι απαλλαγμένος από τον πόλεμο, την απανθρωπιά, το έγκλημα, την αδικία και τη φτώχεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δωρεάν
- ελεύθερος λεύτερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vrij " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vrij" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χρόνος εκτός εργασίας
-
ειρήνη
-
ελεύθερη παροχή υπηρεσιών
-
ελεύθερος ανταγωνισμός
-
ελεύθερη κυκλοφορία
-
Ελεύθερο λάκτισμα
-
ελευθερία έκφρασης
-
Ελεύθερο λογισμικό · ελεύθερο λογισμικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη