Μετάφραση του "vrouw" σε Ελληνικά

Οι γυναίκα, σύζυγος, συμβία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vrouw" σε Ελληνικά.

vrouw noun feminine γραμματική

een volwassen vrouwelijke mens [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυναίκα

    noun feminine

    θηλυκός άνθρωπος [..]

    Ik heb een smartphone voor mijn vrouw gekocht.

    Αγόρασα ένα smartphone για τη γυναίκα μου.

  • σύζυγος

    noun feminine

    Γυναίκα παντρεμένη.

    Het is niet alleen Hugh, hij heeft'n vrouw en kinderen.

    Δεν είναι μόνο ο Χιούγκ, είναι η σύζυγος και τα παιδιά του.

  • συμβία

    noun feminine

    Lieve vrouw, geef toe aan je lieve echtgenoot.

    Τρυφερή συμβία, δέξου τον αγαπημένο σου σύζυγο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θήλυ
    • θηλυκό
    • ντάμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vrouw " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vrouw"

Φράσεις παρόμοιες με "vrouw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vrouw" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη