Μετάφραση του "vruchtbaar" σε Ελληνικά
Οι καρποφόρος, εύφορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vruchtbaar" σε Ελληνικά.
vruchtbaar
adjective
γραμματική
in staat vrucht af te werpen [..]
-
καρποφόρος
adjective masculineMijns inziens is deze uitwisseling van ideeën heel vruchtbaar geweest.
Πιστεύω ότι αυτή η ανταλλαγή απόψεων ήταν πολύ καρποφόρα.
-
εύφορος
adj masculineEn een vruchtbare tuin waar de moderne mens werd geboren.
Και ένας εύφορος κήπος, όπου γεννήθηκε ο σύγχρονος άνθρωπος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vruchtbaar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη