Μετάφραση του "vuil" σε Ελληνικά

Οι ακάθαρτος, βρώμικος, βρωμερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vuil" σε Ελληνικά.

vuil adjective noun neuter γραμματική

niet schoon [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακάθαρτος

    adjective masculine

    Want hij is maar een gespleten beest, rottend in het moeras en het vuil... zo onzuiver als zijn etterende ziel.

    Γιατί αυτός δεν είναι παρά ένα εσχισμένο κτήνος, σαπίζοντας στον βούρκο και στην ακαθαρσία, ως ακάθαρτος σαν την πυώδη ψυχή του.

  • βρώμικος

    adjective masculine

    Hij was goed gekleed, maar vuil, dus vroeg ik hem z'n bestemming.

    Ήταν καλοντυμένος αλλά βρώμικος οπότε, τον ρώτησα τι γύρευε εκεί.

  • βρωμερός

    adjective masculine

    Iemand van ons is een vuile, stinkende verklikker!

    Ένας από μας είναι βρωμερός και τρισάθλιος χαφιές!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκουπίδια
    • λερωμένος
    • βρόμικος
    • απορρίματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vuil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vuil"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vuil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη