Μετάφραση του "vuurbol" σε Ελληνικά
Το βολίδας είναι η μετάφραση του "vuurbol" σε Ελληνικά.
vuurbol
noun
masculine
γραμματική
-
βολίδας
Stuiterende vuurbollen die overspringen, van de ene brandstoftank naar de andere.
Επιπλέουσες βολίδες που αναπηδούσαν από μια πηγή καυσίμων στην επόμενη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vuurbol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη