Μετάφραση του "waaghals" σε Ελληνικά

Οι παράτολμος, απόκοτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "waaghals" σε Ελληνικά.

waaghals noun masculine γραμματική

iemand die veel durft [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράτολμος

    Ik had je er al uitgepikt als een waaghals op het moment dat je door de deur kwam lopen.

    Σε έκοψα, πως είσαι παράτολμος, από την στιγμή που μπήκες μέσα.

  • απόκοτος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " waaghals " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "waaghals" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη