Μετάφραση του "wachtwoord" σε Ελληνικά

Οι κωδικός, συνθηματικό, κωδικός πρόσβασης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wachtwoord" σε Ελληνικά.

wachtwoord noun neuter γραμματική

een geheim woord dat men moet produceren om ergens toegelaten te worden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κωδικός

    noun masculine

    Om de applicatie te kunnen gebruiken zijn een persoonlijke gebruikersnaam en een persoonlijk wachtwoord vereist.

    Για τη χρήση της εφαρμογής απαιτείται προσωπικός κωδικός αναγνώρισης και κωδικός πρόσβασης χρήστη.

  • συνθηματικό

    noun neuter

    Het wachtwoord is "Muiriel".

    Το συνθηματικό είναι "Muiriel".

  • κωδικός πρόσβασης

    noun masculine

    Om de applicatie te kunnen gebruiken zijn een persoonlijke gebruikersnaam en een persoonlijk wachtwoord vereist.

    Για τη χρήση της εφαρμογής απαιτείται προσωπικός κωδικός αναγνώρισης και κωδικός πρόσβασης χρήστη.

  • synthimatikí léxi|συνθηματική λέξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wachtwoord " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wachtwoord" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wachtwoord" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη