Μετάφραση του "wanhoop" σε Ελληνικά

Οι απελπισία, αθυμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wanhoop" σε Ελληνικά.

wanhoop noun common γραμματική

een ellendige toestand waarin men geen uitkomst meer ziet [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απελπισία

    noun feminine

    Wij moeten hoop brengen in grote delen van de wereld die in wanhoop moeten leven.

    Οφείλουμε να δώσουμε ελπίδα σε μεγάλα μέρη του πλανήτη στα οποία επικρατεί σήμερα η απελπισία.

  • αθυμία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wanhoop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wanhoop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wanhoop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη