Μετάφραση του "wasmiddel" σε Ελληνικά
Το απορρυπαντικό είναι η μετάφραση του "wasmiddel" σε Ελληνικά.
wasmiddel
een middel om de was te reinigen [..]
-
απορρυπαντικό
noun neuterHad ze dan wasmiddel staan te drinken voor mijn ogen?
Δεν θα ερχόταν μπροστά μου να πιει απορρυπαντικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wasmiddel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη