Μετάφραση του "waterval" σε Ελληνικά

Οι καταρράκτης, υδατόπτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "waterval" σε Ελληνικά.

waterval noun masculine γραμματική

plaats waar stromend water bij een hoogteverschil zijn weg al vallend voortzet

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταρράκτης

    noun masculine

    interruptie van een waterstroom door een aanzienlijk hoogteverschil

    Daar is een waterval, waar we straks heen kunnen gaan.

    Nομίζω πως υπάρχει ένας καταρράκτης όπου μπορούμε να πάμε μετά.

  • υδατόπτωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " waterval " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "waterval"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "waterval" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη