Μετάφραση του "weergave" σε Ελληνικά

Οι αναπαράσταση, προβολή, εμφάνιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weergave" σε Ελληνικά.

weergave noun verb common γραμματική

het opnieuw afbeelden, weergeven van iets dat eerder is opgenomen

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπαράσταση

    noun feminine

    Met de weergave van het merk wordt het voorwerp van de inschrijving gedefinieerd.

    Η αναπαράσταση του σήματος καθορίζει το αντικείμενο της καταχώρισης.

  • προβολή

    noun

    De functie van het apparaat is de weergave van video in de zin van post 8528.

    Η λειτουργία της οπτικής συσκευής συνίσταται στην προβολή βιντεοεικόνας κατά την έννοια της κλάσης 8528.

  • εμφάνιση

    noun feminine

    weergave van een bericht, bijvoorbeeld „motor zal na uitschakeling niet meer starten”.

    με την εμφάνιση μηνύματος, για παράδειγμα «ο κινητήρας δεν θα ξεκινήσει μετά τη θέση του εκτός λειτουργίας».

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προβάλλω
    • εφαρμόζω εμφάνιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weergave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "weergave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weergave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη