Μετάφραση του "weggeven" σε Ελληνικά

Οι αφήνω, εγκαταλείπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weggeven" σε Ελληνικά.

weggeven verb γραμματική

Een deel van wat men bezit aan iemand anders geven voor te gebruiken of te consumeren. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφήνω

    verb

    Denk je dat hij huilt, omdat hij zijn dochter weggeeft?

    Νομίζετε ότι κλαίει επειδή αφήνει την κόρη του?

  • εγκαταλείπω

    verb

    De stad is gewoon weggegeven.

    Έχουν εγκαταλείψει την πόλη στους Ιάπωνες..

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weggeven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weggeven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη