Μετάφραση του "wellust" σε Ελληνικά

Οι λαγνεία, ηδονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wellust" σε Ελληνικά.

wellust

Een verlangen naar sexuele intimiteit.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαγνεία

    noun feminine

    Volgens sommige Joodse religieuze leiders kon omgang met het andere geslacht alleen maar tot wellust leiden.

    Κατά τη γνώμη ορισμένων Ιουδαίων θρησκευτικών ηγετών, οι δοσοληψίες με το αντίθετο φύλο οδηγούσαν μόνο στη λαγνεία.

  • ηδονή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wellust " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wellust" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη