Μετάφραση του "wendbaar" σε Ελληνικά

Οι σβέλτος, ευκίνητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wendbaar" σε Ελληνικά.

wendbaar adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σβέλτος

    adjective

    Hij is verrassend wendbaar voor een man van de kerk.

    Είναι αναπάντεχα σβέλτος για άνθρωπος με στολή.

  • ευκίνητος

    adjective

    Maar hij is zo wendbaar dat hij uit handen van jagende monsters kan blijven.

    Αλλά είναι τόσο ευκίνητος μπορεί να ξεφύγει από τα τέρατα της βλάστησης που τον κυνηγάνε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wendbaar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wendbaar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη