Μετάφραση του "werk" σε Ελληνικά

Οι εργασία, δουλειά, έργο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "werk" σε Ελληνικά.

werk noun verb neuter γραμματική

Het werk of de aanstelling waarbinnen iemand werkzaam is. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun feminine

    Het werk of de aanstelling waarbinnen iemand werkzaam is.

    Maar zijn prestaties, onbaatzuchtige werk en zijn dromen, leiden ons de weg.

    Αλλά τα επιτεύγματα, η ανιδιοτελής εργασία και τα όνειρά του μας δείχνουν τον δρόμο προς τα εμπρός.

  • δουλειά

    noun feminine

    Het werk kan wachten.

    Η δουλειά μπορεί να περιμένει.

  • έργο

    noun neuter

    ξεχωριστή διανοητική ή καλλιτεχνική δημιουργία

    Goed, het is nu tijd om mijn grote werk te onthullen.

    Ήρθε η ώρα να ξεσκεπάσω το μεγαλειώδες έργο μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγγαρεία
    • άθλος
    • έγγραφο
    • απασχόληση
    • πόστο
    • Κατάληψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " werk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Werk
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εργασία

    Maar zijn prestaties, onbaatzuchtige werk en zijn dromen, leiden ons de weg.

    Αλλά τα επιτεύγματα, η ανιδιοτελής εργασία και τα όνειρά του μας δείχνουν τον δρόμο προς τα εμπρός.

Φράσεις παρόμοιες με "werk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "werk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη