Μετάφραση του "wet" σε Ελληνικά

Οι νόμος, διάβημα, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wet" σε Ελληνικά.

wet noun verb feminine γραμματική

Een van de regels die deel uitmaken van de rechtspraak. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμος

    noun masculine

    Een van de regels die deel uitmaken van de rechtspraak.

    Ze manipuleert de wet om macht te krijgen en wraak te nemen.

    Είναι μια παρανοϊκή ναρκισσίστρια που χρησιμοποιεί τον νόμο για να αποκτήσει δύναμη και να πετύχει σκορ.

  • διάβημα

    noun neuter
  • ενέργεια

    noun feminine

    Is de Commissie op de hoogte van deze wet en hoe staat zij daartegenover?

    Είναι άραγε ενήμερη η Επιτροπή για την εν λόγω ενέργεια και πώς τη χαρακτηρίζει;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίκαιο
    • Φυσικός νόμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη