Μετάφραση του "wetteloosheid" σε Ελληνικά

Οι ανομία, αναρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wetteloosheid" σε Ελληνικά.

wetteloosheid noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανομία

    noun feminine

    Hij laat zien hoe sterk de wetteloosheid zich geworteld heeft in sommige delen van de Filippijnen.

    Αποκαλύπτει το μέγεθος στο οποίο η ανομία έχει ριζώσει σε κάποια μέρη των Φιλιππίνων.

  • αναρχία

    noun feminine

    De drugs financieren de Taliban, terwijl de hieruit voortvloeiende wetteloosheid en het geweld de papaverteelt vergemakkelijken.

    Τα ναρκωτικά χρηματοδοτούν τους Ταλιμπάν ενώ η αναρχία και η βία που προκύπτουν, διευκολύνουν την καλλιέργεια της μήκωνος της υπνοφόρου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wetteloosheid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wetteloosheid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη