Μετάφραση του "wijze" σε Ελληνικά

Οι τρόπος, μέθοδος, σοφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wijze" σε Ελληνικά.

wijze noun adjective verb masculine feminine γραμματική

manier [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρόπος

    noun masculine

    Risicobeoordeling is gebaseerd op de beschikbare wetenschappelijke gegevens en wordt op onafhankelijke, objectieve en doorzichtige wijze uitgevoerd.

    Η αξιολόγηση του κινδύνου βασίζεται στα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία και διεξάγεται με τρόπο ανεξάρτητο, αντικειμενικό και διαφανή.

  • μέθοδος

    noun feminine

    Aangezien de verdunning op verschillende wijzen tot stand wordt gebracht, worden verschillende berekeningsmethoden voor q medf toegepast.

    Καθώς μπορεί να χρησιμοποιούνται ποικίλα είδη ελέγχου του βαθμού αραίωσης, εφαρμόζονται και διαφορετικές μέθοδοι υπολογισμού της q medf.

  • σοφός

    adjective masculine

    De stuurgroep wordt door een van de wijzen voorgezeten.

    Πρόεδρος της διευθύνουσας επιτροπής θα είναι ένας από τους εν λόγω «σοφούς».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wijze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wijze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wijze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη