Μετάφραση του "wolfram" σε Ελληνικά
Οι βολφράμιο, τουγκοτένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wolfram" σε Ελληνικά.
wolfram
-
βολφράμιο
noun neuterVervaardiging uit ruw wolfram met een waarde van niet meer dan 50 % van de waarde van het eindprodukt
Κατασκευή πό κατέργαστο βολφράμιο, ξία το ποίου δν περβαίνει το 50 % τς ξίας το τελικο προϊόντος
-
τουγκοτένιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wolfram " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη