Μετάφραση του "woonplaats" σε Ελληνικά

Οι κατοικία, χωριό, σπίτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "woonplaats" σε Ελληνικά.

woonplaats noun feminine γραμματική

De woonplaats van een mens, hun verblijfplaats. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία

    noun feminine

    Het bevoegde orgaan stelt het orgaan van de woonplaats in kennis van zijn besluit.

    Ο αρμόδιος φορέας ενημερώνει το φορέα του κράτους μέλους κατοικίας για την απόφασή του.

  • χωριό

    noun neuter

    τοποθεσία

    Hij deed zijn eerste rampzalige beklimming in Mobberley, zijn eigen woonplaats.

    ́ Εκανε την πρώτη του αναρρίχηση στο Mobberley, στο χωριό του.

  • σπίτι

    noun neuter

    De woonplaats van een mens, hun verblijfplaats.

    Nogmaals zullen menselijke wezens op zoek zijn naar een nieuwe woonplaats.

    'λλη μια φορά, τα ανθρώπινα όντα θα αναζητούν ένα νέο σπίτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " woonplaats " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "woonplaats" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη