Μετάφραση του "worden" σε Ελληνικά

Οι γίνομαι, κλείνω, απογίνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worden" σε Ελληνικά.

worden verb γραμματική

Passieve vorm gebruiken. (Aangeven dat het onderwerp de rol van het lijdend voorwerp invult). [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γίνομαι

    verb

    Zij willen rijk worden.

    Θέλουν να γίνουν πλούσιοι.

  • κλείνω

    verb

    Die vrouwen worden niet zomaar tot zwijgen gebracht.

    Για το Θεό, δεν τους έκλεισαν απλώς το στόμα.

  • απογίνομαι

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στερεοποιούμαι
    • γεννιέμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " worden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "worden"

Φράσεις παρόμοιες με "worden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "worden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη