Μετάφραση του "wraak" σε Ελληνικά
Οι εκδίκηση, Εκδίκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wraak" σε Ελληνικά.
wraak
noun
feminine
γραμματική
het vergelden van doorgemaakt lijden [..]
-
εκδίκηση
noun feminineTom verlangde naar wraak.
Ο Τομ ήθελε εκδίκηση.
-
Εκδίκηση
Tom verlangde naar wraak.
Ο Τομ ήθελε εκδίκηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wraak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη