Μετάφραση του "zeilboot" σε Ελληνικά

Οι κότερο, ιστιοφόρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "zeilboot" σε Ελληνικά.

zeilboot noun masculine γραμματική

een boot waarmee gezeild kan worden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κότερο

    noun neuter

    een boot waarmee gezeild kan worden

    Een zeven meter lange zeilboot.

    Το επτά μέτρων κότερο.

  • ιστιοφόρο

    noun neuter

    Hij had een mooie zeilboot, En hij nam me mee daarheen.

    Είχε ένα ωραίο ιστιοφόρο, και με πήγαινε βόλτα μ'αυτό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zeilboot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zeilboot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη