Μετάφραση του "zekering" σε Ελληνικά

Οι τηκτασφάλεια, διακόπτης κυκλώματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "zekering" σε Ελληνικά.

zekering noun feminine γραμματική

elektronisch element ter voorkoming van een te grote stroom

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τηκτασφάλεια

    noun feminine
  • διακόπτης κυκλώματος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zekering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zekering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη