Μετάφραση του "zouten" σε Ελληνικά

Οι αλατίζω, άλατα, Άλας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "zouten" σε Ελληνικά.

zouten verb γραμματική

Het product van een chemische reactie tussen een metaal en een zuur. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλατίζω

    verb

    eerste betekenisomschrijving

  • άλατα

    noun p;n;n-p

    Το προϊόν της χημικής αντίδρασης κατά την οποία ένα μέταλλο μετακινεί το υδρογόνο ενός οξέος.

    Het kan het zout bevatten van de vrije vetzuren en melkzuur.

    Δύναται να περιέχει άλατα ελεύθερων λιπαρών οξέων και γαλακτικού οξέος.

  • Άλας

    In de meeste culturen is zout een middel van zuiverheid, dus dat verjaagt onzuivere, onnatuurlijke dingen.

    Στους περισσότερους πολιτισμούς, το άλας είναι ένα σύμβολο αγνότητας, έτσι αποκρούει τα " ακάθαρτα " και αφύσικα πράγματα.

  • άλας

    noun neuter

    In de meeste culturen is zout een middel van zuiverheid, dus dat verjaagt onzuivere, onnatuurlijke dingen.

    Στους περισσότερους πολιτισμούς, το άλας είναι ένα σύμβολο αγνότητας, έτσι αποκρούει τα " ακάθαρτα " και αφύσικα πράγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zouten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "zouten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλίπαστο προϊόν
  • αλμυρά ύδατα · αλμυρό νερό
  • άλας · άλατα · αλάτι · αλατι · αλατισμένος · αλατούχος · αλατώδης · αλμυρός · αρμυρός · παστός · ἅλς
  • θαλάσσια ύδατα κολύμβησης
  • αλατισμένος · αλατούχος · αλατώδης · αλμυρός · παστός
  • χημικό άλας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zouten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη