Μετάφραση του "zuur" σε Ελληνικά

Οι οξύ, ξινός, οξύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "zuur" σε Ελληνικά.

zuur adjective noun neuter γραμματική

Een stof die in staat is een een waterstof(+)ion aan een oplossing af te geven. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξύ

    noun neuter

    Werk nu maar met de tanden en het hete, druipende zuur.

    Τώρα κάνε τα δόντια και το καυτό οξύ που τρέχει.

  • ξινός

    adjective masculine

    Een zure, scherpe smaak hebbende.

    Ik weet niet wat het is met verzekeringswerk, maar je bent erdoor verzuurd... en vrouwen houden niet van zuur.

    Δεν ξέρω τι σου έκαναν στην δουλειά σου ως ασφαλιστής αλλά είσαι ξινός και στις γυναίκες δεν αρέσουν οι ξινοί.

  • οξύς

    adjective masculine

    »j) andere stoffen, met name zure wei, voor zover de nationale autoriteiten de opsporing daarvan vereisen.".

    «η) λοιπά και ιδίως οξύς ορός γάλακτος του οποίου η ανίχνευση απαιτείται από τις εθνικές αρχές.»

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξυνός
    • δριμύς
    • καυστικός
    • αγέλαστος
    • οξέα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zuur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Zuur
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξύ

    noun

    χημικών ουσιών που εμφανίζει ένα σύνολο κοινών ιδιοτήτων, γνωστών ως «όξινος χαρακτήρας» ή «όξινη αντίδραση».

    Zuur spuit de lift vol, en zullen we sterven.

    Αυτό θα τρυπήσει τον πυρήνα με το οξύ, θα αρχίζει να ψεκάζει το ασανσέρ και θα μας σκοτώσει όλους.

Φράσεις παρόμοιες με "zuur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zuur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη