Μετάφραση του "avgrensing" σε Ελληνικά
Το περιορισμός είναι η μετάφραση του "avgrensing" σε Ελληνικά.
avgrensing
-
περιορισμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avgrensing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "avgrensing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμός επιτρεπτού προσδιοριστικού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη