Μετάφραση του "separasjon" σε Ελληνικά

Οι διαχωρισμός, ξεχώρισμα, χωρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separasjon" σε Ελληνικά.

separasjon
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Νινόρσκ-Ελληνικά λεξικό

  • διαχωρισμός

    noun

    Separasjon av fast, krystallisert stoff frå ei løysing, væskefase eller gassfase

    Ο διαχωρισμός μιας στερεάς, κρυσταλλικής ουσίας από ένα διάλυμα, ή από τις υγρές ή τις αέριες φάσεις

  • ξεχώρισμα

    noun
  • χωρισμός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " separasjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "separasjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη