Μετάφραση του "tilsetting" σε Ελληνικά

Το απασχόληση είναι η μετάφραση του "tilsetting" σε Ελληνικά.

tilsetting
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Νινόρσκ-Ελληνικά λεξικό

  • απασχόληση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tilsetting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tilsetting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη