Μετάφραση του "fin" σε Ελληνικά

Οι λεπτός, άκρη, άκρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά.

fin
+ Προσθήκη

Οκσιτανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτός

    adjective masculine
  • άκρη

    noun feminine
  • άκρο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λήξη
    • πέρας
    • τέλος
    • τέρμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη