Μετάφραση του "mes" σε Ελληνικά

Οι μήνας, μην, Μήνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mes" σε Ελληνικά.

mes noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Οκσιτανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μήνας

    noun masculine

    Περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.

  • μην

  • Μήνας

    Μονάδα μέτρησης του χρόνου, υποδιαίρεση του έτους

  • τριακονθήμερο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mes " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mes" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη