Μετάφραση του "Attyka" σε Ελληνικά

Οι Αττική, σοφίτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Attyka" σε Ελληνικά.

Attyka noun feminine γραμματική

geogr. hist. kraina w środkowej Grecji leżąca na Półwyspie Attyckim z Atenami jako głównym ośrodkiem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αττική

    noun proper

    Attyka (kraina historyczna)

    Jest w Attyce rodzina, pozbawiona męskiego następcy przez niego.

    Υπάρχει μια οικογένεια στην Αττική χωρίς άντρες απογόνους εξαιτίας του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Attyka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

attyka noun feminine γραμματική

archit. górny element budynku w postaci ścianki, balustrady lub rzędu sterczyn osłaniający dach; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοφίτα

    noun feminine

    W attyce był oprócz Ciebie, ktoś jeszcze.

    Ήταν και κάποιος άλλος μαζί σου στη σοφίτα.

Εικόνες με "Attyka"

Φράσεις παρόμοιες με "Attyka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Attyka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη