Μετάφραση του "Australijczyk" σε Ελληνικά

Οι Αυστραλός, Αυστραλέζος, Αυστραλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Australijczyk" σε Ελληνικά.

Australijczyk Noun noun masculine γραμματική

mieszkaniec, obywatel Australii [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυστραλός

    noun masculine

    mieszkaniec, obywatel Australii

    Australijczyk na włoskim motorze zaskoczył wszystkich, z sobą samym włącznie.

    Ο Αυστραλός με την ιταλική μηχανή εξέπληξε τους πάντες, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.

  • Αυστραλέζος

    noun masculine

    mieszkaniec, obywatel Australii

    Nic straconego, jeśli Australijczyk byłby chętny.

    Ακόμη μπορούμε, αν γουστάρει τρίο ο Αυστραλέζος!

  • Αυστραλή

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αυστραλέζα
    • αυστραλέζικος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Australijczyk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Australijczyk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη