Μετάφραση του "CFC" σε Ελληνικά
Το Φθοροχλωράνθρακες είναι η μετάφραση του "CFC" σε Ελληνικά.
CFC
noun
masculine
neuter
-
Φθοροχλωράνθρακες
pochodna węglowodoru, w której wszystkie atomy wodoru zostały zastąpione atomami chloru lub fluoru
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " CFC " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη