Μετάφραση του "Chorwat" σε Ελληνικά

Το Κροάτης είναι η μετάφραση του "Chorwat" σε Ελληνικά.

Chorwat noun masculine γραμματική

człowiek narodowości chorwackiej, obywatel Chorwacji, mieszkaniec Chorwacji [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κροάτης

    noun masculine

    człowiek narodowości chorwackiej, obywatel Chorwacji, mieszkaniec Chorwacji

    Jesteś bardzo zdenerwowanym Chorwatem.

    Είσαι ένας πολύ θυμωμένος Κροάτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Chorwat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Chorwat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη