Μετάφραση του "Deficyt" σε Ελληνικά

Οι έλλειμμα, έλλειμμα ισοζυγίου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Deficyt" σε Ελληνικά.

deficyt Noun noun masculine γραμματική

niedobór, brak; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειμμα

    noun neuter

    Podane wyżej pułapy dla deficytu sektora instytucji rządowych i samorządowych oraz rocznej zmiany wysokości długu nie zostały zmienione.

    Τα προαναφερθέντα ανώτατα όρια για το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης παρέμειναν αμετάβλητα.

  • έλλειμμα ισοζυγίου

    noun

    Tę poprawę Polska zawdzięcza przede wszystkim większemu eksportowi towarów i niższemu deficytowi na rachunku dochodów.

    Η βελτίωση αυτή οφείλεται κυρίως στην αυξημένη εξαγωγή εμπορευμάτων και στο μειωμένο έλλειμμα ισοζυγίου εισοδήματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Deficyt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Deficyt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Deficyt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη