Μετάφραση του "Etrusk" σε Ελληνικά

Οι Ετρούσκοι, Ετρούσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Etrusk" σε Ελληνικά.

Etrusk noun masculine γραμματική

hist. etn. przedstawiciel starożytnego ludu zamieszkującego Etrurię w środkowej Italii, wykształconego między XI a IX wiekiem p.n.e. [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ετρούσκοι

    noun

    Tyle że Etruskowie nie mieli karabinów szturmowych.

    Εκτός του ότι οι Ετρούσκοι δεν είχαν όπλα...

  • Ετρούσκος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Etrusk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Etrusk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη