Μετάφραση του "Islandzki" σε Ελληνικά

Οι Ισλανδικά, Ισλανδικά, ισλανδικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Islandzki" σε Ελληνικά.

Islandzki
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισλανδικά

    Odniosłyby one korzyści dzięki omawianym środkom, gdyby zakupiły usługi od islandzkich centrów danych.

    Αυτές θα επωφελούνταν από τα μέτρα εάν αγόραζαν υπηρεσίες από ισλανδικά κέντρα δεδομένων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Islandzki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

islandzki adjective noun masculine γραμματική

odnoszący się do Islandii lub Islandczyków [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισλανδικά

    Odniosłyby one korzyści dzięki omawianym środkom, gdyby zakupiły usługi od islandzkich centrów danych.

    Αυτές θα επωφελούνταν από τα μέτρα εάν αγόραζαν υπηρεσίες από ισλανδικά κέντρα δεδομένων.

  • ισλανδικά

    noun

    Język północnogermański używany głównie na Islandii.

    Odniosłyby one korzyści dzięki omawianym środkom, gdyby zakupiły usługi od islandzkich centrów danych.

    Αυτές θα επωφελούνταν από τα μέτρα εάν αγόραζαν υπηρεσίες από ισλανδικά κέντρα δεδομένων.

Φράσεις παρόμοιες με "Islandzki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Islandzki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη