Μετάφραση του "Kierowca" σε Ελληνικά

Οι οδηγός, οδηγός, αυτοκινητιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kierowca" σε Ελληνικά.

Kierowca
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγός

    noun

    επάγγελμα

    Kierowca może mieć najwyżej trzy skrócone dzienne okresy odpoczynku pomiędzy dwoma tygodniowymi okresami odpoczynku.

    Ο οδηγός μπορεί να πραγματοποιεί τρεις, το πολύ, μειωμένες περιόδους ημερήσιας ανάπαυσης μεταξύ δύο περιόδων εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kierowca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

kierowca noun masculine γραμματική

osoba kierująca pojazdem (mężczyzna lub kobieta) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγός

    noun masculine

    osoba kierująca pojazdem (mężczyzna lub kobieta)

    Kiedy pojazd całkowicie się zatrzyma, kierowca może wznowić działanie interfejsu.

    Όταν το όχημα ακινητοποιηθεί μπορεί ο οδηγός να επανέλθει στη διεπαφή που διακόπηκε.

  • αυτοκινητιστής

    noun

    Dawniej to na odbywającym podróż kierowcy spoczywał obowiązek wykazania w chwili przekraczania granic, że posiada ochronę ubezpieczeniową w związku z odbywaniem podróży zagranicznej.

    Παλαιότερα, κάθε αυτοκινητιστής που ταξίδευε όφειλε να αποδείξει, κατά τη διέλευση οποιωνδήποτε συνόρων, ότι ήταν ασφαλισμένος ώστε να ταξιδεύει στην αλλοδαπή.

  • οδηγοί

    Nie wyklucza się możliwości czasowej przerwy w działaniu wskaźnika ze względów bezpieczeństwa lub na polecenie kierowcy.

    Αυτό δεν αποκλείει την προσωρινή διακοπή της ένδειξης για λόγους ασφάλειας ύστερα από απαίτηση του οδηγού.

Εικόνες με "Kierowca"

Φράσεις παρόμοιες με "Kierowca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kierowca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη