Μετάφραση του "Kioto" σε Ελληνικά

Οι Κιότο, Κυότο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kioto" σε Ελληνικά.

Kioto noun neuter γραμματική

geogr. japońskie miasto na Honsiu, dawna stolica Japonii; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κιότο

    proper feminine

    Po drugie, znalazły się w nim warunki dotyczące drugiego okresu zobowiązań w zakresie protokołu z Kioto.

    Δεύτερον, υπάρχουν οι όροι για μια δεύτερη περίοδο δεσμεύσεων στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου του Κιότο.

  • Κυότο

    Ratyfikacja protokołu z Kioto i rozpoczęcie wdrażania jego postanowień.

    Κύρωση και έναρξη εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κυότο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kioto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kioto"

Φράσεις παρόμοιες με "Kioto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kioto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη