Μετάφραση του "MOP" σε Ελληνικά
Οι ΔΟΕ, σφουγγαρίστρα, Σφουγγαρίστρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "MOP" σε Ελληνικά.
MOP
noun
masculine
feminine
Międzynarodowa Organizacja Pracy
-
ΔΟΕ
Międzynarodowa Organizacja Pracy
Nadal są więc naruszane zasady określone w konwencji MOP nr 87 i 98.
Οι παραβιάσεις των αρχών που ορίζονται στις συμβάσεις της ΔΟΕ αρ. 87 και 98 εξακολουθούν να υφίστανται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " MOP " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
mop
Noun
noun
masculine
γραμματική
zmywak do podłogi na kiju
-
σφουγγαρίστρα
noun feminineDzwonię, bo marzę o mopie, którego nie trzeba ręcznie wyżymać.
Καλώ επειδή θέλω μια σφουγγαρίστρα που να μη χρειάζεται να την πιάσω στο στύψιμο.
Mop
-
Σφουγγαρίστρα
Taa, mam cię panie Mopie
Κρατάω την κα Σφουγγαρίστρα σου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη