Μετάφραση του "Macedonka" σε Ελληνικά

Οι Μακεδόνισσα, Μακεδόνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Macedonka" σε Ελληνικά.

Macedonka noun feminine γραμματική

kobieta lub dziewczyna narodowości macedońskiej, obywatelka Macedonii [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μακεδόνισσα

    noun feminine
  • Μακεδόνας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Macedonka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Macedonka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη