Μετάφραση του "Metodologia" σε Ελληνικά

Οι Μεθοδολογία, μεθοδολογία, μεθοδολογίες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Metodologia" σε Ελληνικά.

Metodologia
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μεθοδολογία

    Metodologia oceny bezpieczeństwa funkcjonalnego systemów ochronnych dla atmosfer potencjalnie wybuchowych

    Μεθοδολογία για αξιολόγηση της λειτουργικής ασφάλειας σε συστήματα προστασίας για δυνητικά εκρήξιμες ατμόσφαιρες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Metodologia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

metodologia noun feminine γραμματική

nauka o metodach badań naukowych, ich skuteczności i wartości poznawczej; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεθοδολογία

    noun feminine

    Ramy te zapewnią ograniczoną liczbę wspólnych wskaźników i wspólną metodologię.

    Το πλαίσιο θα προβλέπει περιορισμένο αριθμό κοινών δεικτών και κοινή μεθοδολογία.

  • μεθοδολογίες

    noun

    System metod i zasad stosowany w danej dyscyplinie.

    Europejski podręcznik nadzoru określa najlepsze praktyki nadzorcze w zakresie metodologii i procesów.

    Το ευρωπαϊκό εποπτικό εγχειρίδιο ορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές στις μεθοδολογίες και στις διεργασίες.

Φράσεις παρόμοιες με "Metodologia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Metodologia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη